Τύποι ακουομετρίας
H ανιχνευτική ακουομετρία εφαρμόζεται στα νεογέννητα και στα βρέφη, έως 6 μηνών. Έχει ως βάση τα αυτόματα κινητικά αντανακλαστικά όπως το κλείσιμο των βλεφάρων, τους μορφασμούς στο πρόσωπο, το κούνημα του ποδιού κ.α. που δημιουργούνται μετά από ένα ηχητικό ερέθισμα. Από 75dB και πάνω ήχοι προκαλούν στα νεογέννητα αντανακλαστικές κινήσεις, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά έχουν τις ίδιες αντιδράσεις και με ήχους χαμηλότερης έντασης. Ένα βρέφος ακούγοντας τον ήχο μιας μεταλλικής κουδουνίστρας αλλάζει τη συμπεριφορά του π.χ. αν κλαίει ή εάν κινείται σταματά στιγμιαία ή κάνει μορφασμούς στο πρόσωπο ή ακόμα ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του.
H μέθοδος αυτή εξακολουθεί ακόμη και στις μέρες μας, παρά τη μεγάλη ανάπτυξη των ηλεκτροφυσιολογικών δοκιμασιών, να αποτελεί μια σωστή βάση για την εκτίμηση της ακουστικής ικανότητας ενός βρέφους, και μια πρώιμη διάγνωση.
Με τη χρησιμοποίηση των απλών αυτών μεθόδων που αναφέρθηκαν, σε όλα τα παιδιά που παρακολουθεί ο κάθε παιδίατρος και επί σοβαρότερης υποψίας ή αποτυχίας των μεθόδων αυτών, πρέπει να καταφύγει στη χρησιμοποίηση αντικειμενικών ηλεκτροφυσιολογικών μεθόδων. Έτσι είναι βέβαιο ότι ένας σημαντικός αριθμός βαρήκοων παιδιών θα διαγιγνώσκεται πολύ πιο γρήγορα και έγκαιρα και το κυριότερο από τον παιδίατρο.
H τεχνική απόσπασης προσοχής είναι η δοκιμασία που χρησιμοποιείται μετά την ηλικία των 6 μηνών και μέχρι το 18ο μήνα. Ή τεχνική αυτή εκμεταλλεύεται το βασικό αναπτυξιακό χαρακτηριστικό της ηλικίας αυτής που συνίσταται στο ότι τα μωρά δε μπορούν να διατηρήσουν την προσοχή τους σε ένα ερέθισμα πάνω από λίγα δευτερόλεπτα. Για την εξέταση αυτή το παιδί πρέπει να βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας και να συμμετέχουν δυο εξεταστές. O ένας στέκεται μπροστά από το μωρό και ο άλλος βρίσκεται όρθιος πίσω από τη μητέρα και έξω από το πεδίο όρασης του παιδιού. O εξεταστής που βρίσκεται εμπρός αποσπά την προσοχή του με ένα αντικείμενο, το οποίο στη συνέχεια κρύβει. Τη στιγμή που το κρύβει, ο δεύτερος εξεταστής προκαλεί με ειδικές κουδουνίστρες ήχους στο ίδιο επίπεδο και σε απόσταση 50cm από το κάθε αυτί. Το μωρό που ακούει γυρίζει γρήγορα το κεφάλι του και εντοπίζει τον ήχο.
Η ομιλητική ακουομετρία χρησιμοποιείτε σε παιδιά ηλικίας 18 μηνών έως 2,5 χρονών. Βασίζεται στο ότι σε αυτή την ηλικία τα παιδιά κατανοούν αρκετές λέξεις και έχουν την ικανότητα να υπακούουν σε απλές εντολές.
Έτσι, ζητάμε με χαμηλή φωνή και καλύπτοντας με το χέρι το στόμα μας ώστε να μην μπορούν να διαβάσουν τα χείλη, να μας δώσουν αντικείμενα ή εικόνες που έχουμε τοποθετήσει εμπρός τους. Συνήθως, χρησιμοποιούμε λέξεις που μοιάζουν ηχητικά μεταξύ τους όπως π.χ. “δώσε μου το μήλο” ή “δώσε μου το φύλλο”, ώστε να ελέγχουμε την ικανότητα τους σε παρόμοιες ηχητικά λέξεις.
H παιχνιδοακουομετρία δηλ. το παιδικό ακοόγραμμα σε μορφή παιχνιδιού εφαρμόζεται στα νήπια 2 χρόνων και μεγαλύτερα, είναι εύκολο και ευχάριστο για τα παιδάκια γιατί παίζοντας μπορούμε να μετρήσουμε την ακοή τους. Στα παιδιά ηλικίας από 3 ως 7 ετών είναι η καλύτερη μέθοδος υπολογισμού της ακοής. έχουν την ικανότητα να διδαχθούν να κάνουν μία κίνηση όταν ακούνε έναν ήχο. Έτσι, τους μαθαίνουμε να ρίχνουν ένα μικρό αντικείμενο σε ένα καλάθι κάθε φορά που ακούνε κάποιον ήχο. Τα παιδιά ανταποκρίνονται στο ηχητικό ερέθισμα μέσα από το παιχνίδι. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία παιχνιδιών στην παιχνιδοακουομετρία, τα οποία δημιουργούν ευχάριστη και ενδιαφέρουσα εξεταστική ατμόσφαιρα για το παιδί και έτσι επιτυγχάνεται η λήψη τονικού ακουογράμματος.
Τέλος, χρησιμοποιείται και η ακουομετρία οπτικής ενίσχυσης, όπου χρησιμοποιούνται κινούμενα και φωτιζόμενα παιχνίδια με την ανταπόκριση του παιδιού στο ηχητικό σήμα και η ακουομετρία αντίδρασης προσανατολισμού, όπου παιχνίδια και στις δύο πλευρές ελέγχουν την εντόπιση.
Στην περίπτωση που η συνεργασία με το παιδί δεν είναι εύκολη και δεν επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα, τότε τροποποιούνται και διαμορφώνονται ανάλογα. Ο εξεταστής των παιδιών, είναι καλό να γνωρίζει ότι ακόμα παρά την υπομονή του, την επιμονή του και την αγάπη του, πολλές φορές δεν είναι εφικτό από την πρώτη επίσκεψη να προσδιοριστεί ο βαθμός βαρηκοΐας του. Η πλήρης ακουστική ικανότητα ενός παιδιού μπορεί να προσδιοριστεί μετά από 2 ή 3 επισκέψεις.
